05/11/2009

Για να μη βουλιάξω και να μην παρανοήσω

Η τέχνη του λόγου με απασχολεί σχεδόν σε όλη μου τη ζωή. Μικρή προσπαθούσα να εντοπίσω πειστήρια πως αυτό ήταν γονιδιακό. Ενθουσιάστηκα όταν βρήκα κάτι μουτζουρωμένες σελίδες με ποιήματα στην αποθήκη, αλλά αποδείχτηκε πως δεν ήταν του πατέρα μου, ήταν του καλύτερου του φίλου. ( Για τους κακεντρεχείς διευκρινίζω πως μοιάζω στον πατέρα μου εξαιρετικά). Οι γονείς μου δεν έχουν κανένα συγγραφικό τάλαντο, όμως εγώ γράφω κι αυτό δεν είναι συνειδητή απόφαση. Το πρώτο μου ποίημα το έγραψα στα έντεκα, δεν ήξερα καν πού πατάω και πού βρίσκομαι.

Η γραφή, το ταλέντο, το βιβλίο, οι λέξεις, όλα ανάκατα με απασχολούν κάθε μέρα, σα να μη μπορώ να ανασάνω χωρίς αυτά. Ταυτόχρονα η αίσθηση πως από τα γραπτά μου κάτι λείπει με οδηγεί κι αυτή. Κάποτε σκέφτομαι μήπως είναι η ουσιαστική αγάπη μου για τη λογοτεχνία που με κάνει να φαντάζομαι την αγάπη μου για τη συγγραφή. Άλλοτε, τις μέρες που η ψυχοθεραπεία (ορα γράψιμο) πήγε καλά, είμαι βέβαιη. Αυτός είναι ο προορισμός μου.

Δεν πιστεύω στη μοίρα, αλλά πιστεύω στην τυχαιότητα. Αυτό που μου συμβαίνει είναι ίσως γενετικώς προκαθορισμένο, χωρίς απαραίτητα να απαντάται με σαφήνεια και στους γονείς μου. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός γονιδίων έτυχε να καταλήξει έτσι. Και δεν ξέρω αν πρέπει ή αν είμαι χαρούμενη για αυτό. Απλά η εκτόνωση στο χαρτί είναι για μένα η δικλείδα ασφαλείας. Για να μη βουλιάξω και να μην παρανοήσω.

04/11/2009

Αυτόχειρες Παρθένοι


Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια – το βιβλίο είναι το πρώτο του Τζέφρυ Ευγενίδη και φυσικά έχει γίνει ταινία από τη Σοφία Κόπολα – διάβασα το «Αυτόχειρες Παρθένοι». Το βιβλίο έχει μια διαφορετική αύρα, που ίσως να οφείλεται στη χρήση του πρώτου πληθυντικού από τον αφηγητή, πράγμα σπάνιο για μυθιστόρημα. Έτσι, πέρα από την ίδια την ιστορία μπαίνουμε και στο παιχνίδι της αναζήτησης του προσώπου που μιλά μέσα σε αυτόν το πληθυντικό.

Η πλοκή αφορά τις πέντε κόρες της οικογένειας Λίσμπον, με τις αυστηρές καθολικές καταβολές και τον καθηγητή πατέρα. Όλα αρχίζουν όταν η πιο απόμακρη από τα κορίτσια, η Σεσιλιά, επιχειρεί να αυτοκτονήσει. Αποτυγχάνει, αλλά λίγο αργότερα τα καταφέρνει εν μέσω ενός οικογενειακού πάρτι για να το «ξεπεράσει».

Από κει και μπρος η οικογένεια γίνεται αντικείμενο σχολιασμού από τη γειτονιά, και τα αγόρια αυτού του μυστηριώδους «εμείς» που αφηγείται παθαίνουν εμμονή μαζί τους. Χωρίς να μπορούν κατ’ ανάγκη να τις ξεχωρίσουν, είναι γοητευμένα. Η κάθε μια κοπέλα προσπαθεί να ξεπεράσει αυτό που συνέβη. Ώσπου με αφορμή το παραστράτημα μιας, η μάνα αποφασίζει να τις κλείσει στο σπίτι, να τις αποσύρει από το σχολείο και να αφήσει τα πάντα γύρω τους να αποσυντεθούν.

Το βιβλίο έχει πολύ γοητευτικά στοιχεία, χωρίς να δρέπει δάφνες λογοτεχνικότητας ή πρωτοπορίας, έχει τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν μια καλή αφήγηση: ιστορία για να πει, συγκροτημένο τρόπο ιστόρησης και συγχρονισμό τέτοιο που να κρατά το ενδιαφέρον, αν και το τέλος είναι ήδη από τον τίτλο γνωστό.

28/10/2009

Το Παρτάλι



Ο μύθος λέει πως υπάρχουν δυο ειδών βιβλία, αυτά που ο συγγραφέας ξεκινά ορμώμενος από μια ιστορία, κι αυτά που κατά κύριο λόγο στηρίζονται σε μια εξαιρετική προσωπικότητα. "Το Παρτάλι" του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ανήκει φανερά στη δεύτερη κατηγορία.

Είναι η ιστορία ενός άντρα που ντύνεται με φορέματα χωρίς να είναι ακριβώς τραβεστί, που μπλέκεται στη ζωή του φοιτητόκοσμου της Θεσσαλονίκης, ασκεί επιρροή σε δυο τουλάχιστον ευεπηρέαστα αγόρια της Φιλοσοφικής. Οι δυο φοιτητές εντυπωσιάζονται με την καλτ παρουσία του Παρταλιού, ψάχνουν ντοκουμέντα για την παρουσία και τη ζωή του, γράφουν και ανεβάζουν έργα για αυτό, κάποιες στιγμές αφιερώνουν τη ζωή τους στην παρουσία του. Έτσι, ανακαλύπτουν πως τον έντυναν έτσι από μικρό, για να αποφύγει το στρατό και τον πόλεμο με τους Βούλγαρους σε μια εποχή που τίποτα στη Μακεδονία δεν ήταν ξεκάθαρο ακόμα. Αλλά βρίσκουν κι άλλα σημαντικά που τους οδηγούν σε άλλους δρόμους.

Το βιβλίο σίγουρα δεν είναι κακό. Κάποιες στιγμές πλατειάζει, μα το κυριότερο πρόβλημα είναι η ακαθόριστη αίσθηση πως κάτι λείπει. Ενώ πραγματεύεται μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, δεν απογειώνεται.

25/10/2009

Η χαρά της σχολικής βιβλιοθήκης

Τα μαθητικά μου χρόνια είναι μακράν τα χειρότερα της ζωής μου. Είναι κι αυτά που με έκαναν αυτό που είμαι, έτσι που σε έναν βαθμό πρέπει να τα ευγνωμονώ. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που πιθανώς κάποια στιγμή να θελήσω να μοιραστώ. Τώρα θα σας πω για το μόνο καλό της σχολικής μου ζωής και της εφηβείας μου. Για καλή μου τύχη οι γονείς μου με έστειλαν σε ένα σχολείο ιδιωτικό. Τα μαθήματα ήταν το ίδιο καλού ή κακού επιπέδου όπως σε όλα τα σχολεία, εξαρτάται αυτό από την προσωπική όρεξη και προσπάθεια του κάθε καθηγητή και τίποτε άλλο, οι αθλητικές εγκαταστάσεις μου έλεγαν πάντα λίγα πράγματα. Όμως, αυτό που κρυβόταν στον τελευταίο όροφο του άσχημου βιομηχανικού κτιρίου διαμόρφωσε αυτό που είμαι τώρα. Μια τεράστια σχολική βιβλιοθήκη, ίσως η μεγαλύτερη του είδους της στην Ελλάδα και η ακόρεστη δίψα μου να την εξαντλήσω.

Ήμουν μεθοδική. Άρχιζα ένα ένα τα ράφια και δεν σταματούσα αν δεν το τελείωνα. Έτσι έχω διαβάσει στην εφηβεία μου σχεδόν τα άπαντα της γενιάς του 30, έναν απίστευτο αριθμό βιβλίων από τους μεγάλους Ρώσους, μεγάλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ό,τι βάλει ο νους σας, ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Νομίζω πως θα έχω από τις μεγαλύτερες καρτέλες δανεισμού στην ιστορία του σχολείου. Φυσικά δεν την εξάντλησα ποτέ, κι αυτό ήταν το μαράζι μου, ο καημός μου (όχι ότι είναι εφικτό με τόσες χιλιάδες τίτλους, αλλά λέμε) . Δυο φορές έκανα έκκληση ως απόφοιτη να με αφήσουν να τη χρησιμοποιώ, δυο φορές απέτυχα.

Πέρα όμως από τη λογοτεχνική φύση των διαβασμάτων μου, που στο κάτω κάτω είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και άλλους μπορεί να μην τους αφορά, μέσα της υπήρχε ένας αναρίθμητος πλούτος «πηγών» που έμαθα να τις χρησιμοποιώ, να τις εντάσσω σε μια εργασία, να τις παραθέτω στο τέλος της σα βιβλιογραφία. Κι αυτό το έμαθα όταν ήμουν 14. Όταν πια ήμουν 24, έκανα μεταπτυχιακό στη Φαρμακευτική. Κι εκεί στην ανύπαρκτη βιβλιοθήκη της σχολής, στις μπερδεμένες και ανοργάνωτες βιβλιοθήκες επιστημονικών περιοδικών του Δημόκριτου και του Ε.Ι.Ε, ανακάλυψα κάτι παραπάνω από το πόσο λειτουργικό ήταν το σύστημα με τις καρτέλες της σχολικής βιβλιοθήκης. Είδα ανθρώπους στα 30 τους, διδακτορικούς υποψηφίους, να μη μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό που τους δίνεται. Να μη μπορούν να βρουν ένα ράφι, να ταξινομήσουν την βιβλιογραφία τους, να καταλάβουν το χρήσιμο από το άχρηστο, να χάνονται στον πλούτο του διαδικτύου. Και λυπήθηκα. Γιατί εγώ αυτό το έμαθα στα 14. Στα 34 είναι δυσκολότερο να μάθεις έναν γέρο σκύλο νέα κόλπα.

21/10/2009

Το χρυσόψαρο



Θα ομολογήσω το αμάρτημά μου, αγόρασα «Το χρυσόψαρο» του Ζ-Μ.Γκ. Λε Κλεζιό μονάχα γιατί κάτω από τον τίτλο έλεγε Νόμπελ λογοτεχνίας. Δεν έχω ειδικά τον τελευταίο καιρό σε καμία εκτίμηση το θεσμό, αλλά ήθελα να έχω άποψη. Χωρίς να μπορώ να κρίνω το συνολικό έργο του συγγραφέα από ένα βιβλίο, δεν θα προβώ σε κατηγορίες για το Νόμπελ, όπως είναι η αρχική μου παρόρμηση. Θα κρίνω μόνο το εν λόγω βιβλίο.

Στο χρυσόψαρο παρακολουθούμε την ιστορία μιας νεαρής Μαροκινής από τα παιδικά της χρόνια, τότε που την έκλεψαν από τη φυλή και την οικογένειά της και την πούλησαν σε μια γρια κυρία που έγινε κάτι ανάμεσα σε αφεντικό και γιαγιά της. Οι περιπέτειες της μικρής μαυρούλας αρχίζουν πραγματικά όταν η κυρία πεθαίνει και το παιδί βρίσκεται στους δρόμους. Μπλέκεται με πόρνες, με υπόκοσμο, καταφέρνει να περάσει λαθραία στη Γαλλία, γνωρίζει κόσμο που της συμπαραστέκεται, μετά από κόπους βάσανα και καημούς και απόπειρες βιασμών, ενηλικιώνεται στην Αμερική.

Το βιβλίο δεν είναι άσχημο, αλλά ούτε και τίποτε το ιδιαίτερο. Δεν διεκδικεί σίγουρα λογοτεχνικές δάφνες, είναι μάλλον άτεχνο, γιατί εκτός από την κεντρική ηρωίδα, όλοι οι άλλοι έρχονται και παρέρχονται. Και σε αρκετά σημεία δείχνει πως ο συγγραφέας δεν έχει εντρυφήσει πραγματικά στη ζωή ενός λαθρομετανάστη.

Εν ολίγοις, βαρέθηκα.

13/10/2009

O άγιος ζιγκολό



Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ ήταν στην εφηβεία μου από τους αγαπημένους συγγραφείς. Τόσο «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα», όσο και περισσότερο «Το θείο βρέφος» μου άρεσαν πολύ. Ο τρόπος του, όσο ανόσιο κι αν ακούγεται, μου θύμιζε κάτι από Κούντερα. Δεν ξέρω να σας πω γιατί αγόρασα τον «Άγιο ζιγκολό», πιθανότατα να ήθελα κάτι ευκολοδιάβαστο και ερωτικό.

Αυτό είναι σίγουρα μέρος της γραφής του Μπρυκνέρ. Ο ήρωας του, παντρεμένος από τα είκοσι με την τέλεια γυναίκα, οργανωμένος στην αρτιότερη παρέα συμμαθητών και συμφοιτητών, με δυο όμορφα παιδιά και μια πολλά υποσχόμενη θέση στο διπλωματικό σώμα, γίνεται τριάντα. Και τότε, ένα τυχαίο περιστατικό του διδάσκει την χαρά της αντρικής πορνείας. Δεν γίνεται αρσενική πόρνη για τα χρήματα, γίνεται γιατί αγαπά να χαρίζει χαρά σε όλες αυτές τις γυναίκες που θεωρούνται από τους άλλους απωθητικές. Για κάποια χρόνια ζει ευτυχής ανάμεσα στην οικογένειά του, μια νεαρή ερωμένη και τις πελάτισσές του. Έπειτα αρχίζει η πτώση.

Το βιβλίο έχει χαριτωμένη πλοκή, που κάποτε βαθαίνει και άλλοτε είναι ρηχή περίπου σαν αμερικάνικη ταινία. Ο Μπρυκνέρ είναι καλός συγγραφέας. Ακόμα κι όταν δεν φτάνει στον πυρήνα της διαστροφής, μάς δίνει κάποιες κρυφές ματιές στα πάθη και τις εμμονές των ανθρώπων και φτιάχνει έναν απολαυστικό για να τον διαβάσεις κόσμο. Η ένστασή μου είναι πως τούτο τον κόσμο τον έχουμε διαβάσει ξανά και ξανά από το συγκεκριμένο συγγραφέα.

11/10/2009

Στην αρχή αυτού του ιστολογίου είχα υποσχεθεί πως δεν θα το μετατρέψω σε εξομολογητικό ημερολόγιο. Κι όμως, σήμερα, θα πατήσω την υπόσχεσή μου. Θα πιαστώ από την ανάγκη μιας φίλης για να σας πω μια ιστορία. «Θέλω να ξαναγίνω κόρη. Θέλω να δώσω στα γονικά μου τη χαρά να με γευτούν σαν παιδί, να τους δώσω τα σ’ αγαπώ που τους στέρησα». Κι αυτά τα λόγια προέρχονται από μια γυναίκα ολοκληρωμένη, όχι καμιά παιδούλα. Την καταλαβαίνω, μα δεν μπορώ πλήρως να ταυτιστώ. Γιατί εγώ δεν έπαψα ποτέ να είμαι κόρη.

Είμαι 31 ετών, παντρεμένη και έγκυος. Δεν ζω μαζί με τους γονείς μου από τα 25 μου. Κι όμως ποτέ δεν απογαλακτίστηκα, ποτέ δεν έπαψα να λέω τα σ’ αγαπώ και τα σε μισώ μου. Η μητέρα μου είναι ένας δυνατός πανίσχυρος άνθρωπος, εγώ δεν πάω πίσω. Αν ανοίξουμε κι οι δυο τα χέρια σε όλο τους το μήκος, θα ξεσηκωθεί μια καταιγίδα με αστραπές και κεραυνούς. Με τη μάνα μου δε συμφωνούμε σε πολλά, έχουμε διαφορετική κοσμοθεωρία. Την καταιγίδα συνήθως την αποφεύγουμε την τελευταία στιγμή, κάποτε ξεσπά και καθαρίζει τον ορίζοντα. Την επόμενη μέρα.

Λοιπόν, πέρα από το γεγονός πως είμαστε μαζί τουλάχιστον ένα 8ωρο τη μέρα γιατί εγώ η μπεμπέκα με τα μεγάλα όνειρα και τα πολλά ταλέντα αποφάσισα να πάρω την οικογενειακή επιχείρηση αντί να ανοίξω τα φτερά, συγγνώμη τα χέρια, που λέγαμε προηγουμένως σε όλος τους το εύρος, οι γονείς μου εξακολουθούν να αποτελούν μέρος των σκέψεων μου ακόμα κι όταν δεν τους βλέπω. Ανησυχώ σαν ξαναμμένη κλώσσα αν δεν πάρουν τηλέφωνο μήπως έπαθαν τίποτα. Αν ζούσαμε μαζί θα τους περίμενα με μια ζακετούλα ριγμένη στους ώμους τα βράδια που ξενυχτούν για να τους κατσαδιάσω που γύρισαν σπίτι μετά την προκαθορισμένη ώρα.

Η αγάπη μου πηγάζει από το σεβασμό στη δύναμη της μάνας και στην εξαιρετική προσωπικότητα του πατέρα. Από την ανάγκη μου από πολύ μικρή να είμαι εκεί για ό,τι και να τους συμβεί, να κουβαλάω τις κακοτοπιές εγώ στην πλάτη μου. Αλλά όχι μόνο από αυτό. Με τα χρόνια ένα είδους οίκτου έχει αναπτυχθεί, όσο άσχημο κι αν ακούγεται. Για τα χρόνια τους που χάθηκαν στη δουλειά, για τις ανεπαίσθητες αλλαγές πάνω τους που βλέπω αλλά δε μιλάω, για δυο ανθρώπους έντονους και δυναμικούς που τους καταβρόχθισε ο χρόνος. Κι ας είμαι άδικη απέναντί τους, είναι νέοι και ενεργοί. Κι ας είμαι ευγνώμων που τσακίστηκαν για να μην τσακιστώ.

Κι όμως τσακίζομαι. Έχω ένα πλάσμα μέσα στην κοιλιά μου που σε λίγους μήνες θα με φωνάζει μάνα. Άραγε, σε 20 χρόνια θα με βλέπει έτσι; Το πιθανότερο ναι, αν όλα πάνε κατ’ ευχή δηλαδή και το μεγαλώσω σωστά. Είναι η μοίρα μας να μένουμε παιδιά, είναι η ανάγκη μου σα μοναχόπαιδο να είμαι η μητέρα των γονιών μου, να τους προστατεύω; Δεν ξέρω. Αλλά εγώ που έχω δικό μου σπιτικό με τις δικές του έγνοιες χρόνια τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ τις δικές τους αναμασώ μες στο κεφάλι μου.
Υ.Γ. Σας χρωστώ την πραγματική ανάρτηση για το βιβλίο που μόλις τελείωσα. Θα επανέλθω συντόμως, μη φοβου....